6η Δεκέμβρη

Εκείνο το Σάββατο έβρεχε από το πρωί. Οι στολισμοί και οι προετοιμασίες για τις γιορτές των Χριστουγέννων είχαν ξεκινήσει. Η λαϊκή, παρά την αναποδιά του καιρού, είχε κίνηση. Φυσικά όχι ακόμα σαν τουριστικό αξιοθέατο. Τα καφενεία πάνω στον δρόμο της αγοράς γέμιζαν ασφυκτικά. Κι αυτά ακόμα δίχως ευρωπαίους κοινωνικούς επιστήμονες να μελετούν πώς μια οικονομική πολιτική λιτότητας επηρεάζει βιοπολιτικά την κοινωνική διαστρωμάτωση. Έχει ενδιαφέρον κάθε φορά να μπορούμε να αντιληφθούμε ποιοι ερευνούν τους λεγόμενους ταξικούς ανταγωνισμούς και υπερθεματίζουν. Και βέβαια όλα τούτα διαβάζοντας Τα Νέα Σαββατοκύριακο και τη σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία με καφέ και τσιγάρο στην οδό Καλλιδρομίου. Α, ναι, ήταν και του αγίου Νικολάου.

Η κολλητή μου από τη σχολή γιόρταζε. Νικολέτα τη λέγαμε στο φροντιστήριο, αλλά στο δεύτερο έτος του Πολιτικού της Νομικής, όταν τα έφτιαξε με τον Γ. (μεγάλο θαυμαστή του Μπακούνιν, όχι τόσο πολιτικά όσο καλλιτεχνικά), αποφάσισε να το κάνει Νικόλ. Κατ’ αντιστοιχία με το Μισέλ Μπακουνίν που μόλις είχε διαβάσει στα γαλλικά. Είναι αλήθεια ότι ο έρωτας σε αλλάζει. Σε μετασχηματίζει. Πρώτα θετικά. Αργότερα; Είναι θέμα που επαφίεται στην επιστήμη της κβαντομηχανικής. Όπως και να ’χει το πράγμα, εκείνο το μεσημέρι του Σαββάτου ήμουνα στο υπόγειο της Πολιτείας και αμφιταλαντευόμουν ανάμεσα στη Δίκη και τη Μεταμόρφωση του Κάφκα. Η Λέτα —έτσι είχα επιλέξει να τη φωνάζω μετά τη γαλλική στροφή της— σιχαινόταν τις κατσαρίδες. Πίστευα ότι μέσα από την εμπειρία του Γκρέγκορ Σάμσα θα κατανοούσε τις εκπληκτικές δυνατότητες του απεχθούς εντόμου. Από την άλλη τα βάσανα του Γιόζεφ Κ. θα τη βοηθούσαν να εμπλουτίσει το διδακτορικό της πάνω στο δίκαιο και στην κατάσταση εξαίρεσης με μια περισσότερο ουμανιστική ματιά. Τελικά της πήρα το The Long Goodbye σε μια αγγλική έκδοση του Penguin με ένα τρομερά παιχνιδιάρικο εξώφυλλο. Μόλις είχαμε δει και την ταινία του Άλτμαν με τον Έλιοτ Γκουλντ να κάνει τον Μάρλοου, και τον είχαμε και οι δυο μας ερωτευτεί. Γαμάτος τύπος.

Γύρω στις τέσσερις και με ψιλόβροχο κάθισα στη Μουριά για μια μπίρα. Πέρασε και ο Β., μάλλον όχι γκόμενος, αλλά περισσότερο κάποιος που με περιτριγύριζε τότε. Με τη Νικολέτα είχαμε μιλήσει στο τηλέφωνο και είχαμε δώσει ραντεβού στο Μικρό λίγο μετά τις οκτώ για ένα πρώτο ζεστό (τσάι ή κονιάκ ή και τα δυο). Η νύχτα είχαμε αποφασίσει ότι θα ήταν μεγάλη. Επιστροφή όχι πριν το ξημέρωμα της Κυριακής και σε κατάσταση ανυπόφορης ευφορίας. Στον Β. δεν είπα τίποτα. Ήταν ξεφάντωμα κοριτσιών. Άσε που και η Ν. περνούσε μια φάση θερισμού. Βρισκόμασταν, έλεγε, σε ένα τεράστιο χωράφι γεμάτο ανδρικά πουλιά. Άλλοτε είμαστε σε διάθεση παραίτησης και αφήνουμε το χωράφι στην τύχη του. Άλλοτε σε παροξυσμό και αφήνουμε πίσω μας καμένη γη. Άλλοτε μεθοδικά θερίζουμε το χωράφι για να του δώσουμε το περιθώριο να ξανανθίσει. Εκείνη τη στιγμή δήλωνε αλωνιστική μηχανή. Στην παρέα δεν χωρούσαν πουλιά ήδη κομμένα.

Οκτώ και είκοσι έφτασα στο Μικρό. Η Ν. ήταν μέσα και έπινε ένα σφηνάκι Μεταξά πεντάρι στην μπάρα. Είχε προλάβει να κατακτήσει τον Τ. που εκτελούσε χρέη μπουφετζή, σερβιτόρου και υπεύθυνου για τη μουσική ευχαρίστησή μας. Έκατσα στο τραπεζάκι πλάι στη σκάλα που οδηγεί στις τουαλέτες. Κάθε φορά επιλέγω να κάθομαι κοντά στον δρόμο που οδηγεί στα αποχωρητήρια. Αναμφίβολα μια κάποια καθήλωση. Σφύριξα τον ρυθμό της Βασίλισσας της Νύχτας του τιτανοτεράστιου Αμαντέους, συνθηματικό που είχαμε από το φροντιστήριο. Γύρισε αμέσως. Με ένα πονηρό γελάκι μου έστειλε ένα φιλάκι ολίγον τι παθιάρικο και ξαναγύρισε προς τον Τ. για να αποδεχτεί την άνευ όρων παράδοσή του. Ύστερα από πέντε λεπτά ήρθε και κάθισε συνεχίζοντας το γελάκι και κρατώντας δυο Φίσερ πράσινες και δυο σφηνάκια Τζέιμσον. Λοιπόν, κάτι μου λέει ότι απόψε δεν θα πληρώσουμε τίποτα, δήλωσε, και αφήνοντας τα μπουκάλια στο τραπέζι μού έδωσε το σφηνάκι. Χρόνια μου πολλά. Και η νύχτα είχε αρχίσει καλά.

Θα είχε περάσει κανένα πενηντάλεπτο και θα βρισκόμασταν στη δεύτερη μπίρα μαζί με το αντίστοιχο σφηνάκι. Η Ν. είχε ενθουσιαστεί με τον Τσάντλερ. Δεν της είχα αναφέρει το καφκικό μου δίλημμα. Δεν υπήρχε λόγος να μπλέξουμε με υπαρξιακά ζητήματα. Άσε που και ο Μάρλοου μια χαρά επικρίνει τους κοινωνικούς αυτοματισμούς. Ξαφνικά μπήκε στο μαγαζί ο Κ. που και οι δυο μας ξέραμε από τη γειτονιά και από τον χώρο. Φαινόταν πολύ ταραγμένος. Αμέσως μάθαμε γιατί. Στον πεζόδρομο της Μεσολογγίου κάποιοι μπάτσοι είχαν πυροβολήσει κάτι πιτσιρικάδες, και ένας πιτσιρικάς είχε πέσει νεκρός. Σαστίσαμε. Η Ν. δάκρυσε. Νομίζω κι εγώ. Όλο το μαγαζί ήταν πλέον όρθιο. Όσοι μας ήταν άγνωστοι, πλήρωσαν και έφυγαν κάπως φοβισμένοι. Οι υπόλοιπες βγήκαμε έξω και σχεδόν ασυνείδητα κατηφορίσαμε προς τον πεζόδρομο. Ο Κ. είχε ζητήσει από τον Τ. να του δώσει, αν μπορούσε, άδεια μπουκάλια μπίρας. Γέμισαν ένα καφάσι. Όσα περίσσεψαν τα πήραμε στο χέρι —μέσα σε σακούλες— εγώ και η Ν. Κουβαλάγαμε συνολικά καμιά τριανταπενταριά άδεια μπουκάλια. Μόλις φτάσαμε στην αρχή του πεζοδρόμου από την πλευρά της Μπενάκη, είδαμε μαζεμένο κόσμο.

Η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη. Άκουγες κλάματα, συνωμοτικούς ψιθύρους και μια ερώτηση να επαναλαμβάνεται και να μένει αναπάντητη: Πώς; Πότε; Γιατί; Λίγο πιο πάνω, σχεδόν στη συμβολή της Ναυαρίνου με τη Χαριλάου Τρικούπη, δυο τρεις κάδοι σκουπιδιών καίγονταν. Υπήρχε και εκεί πολύς κόσμος. Ο Κ. βάδιζε γρήγορα προς το μέρος τους. Εμείς από πίσω με τις σακούλες και τα μάγουλα γεμάτα δάκρυα. Η κυκλοφορία των αυτοκινήτων δεν είχε σταματήσει,και μιας και ήταν Σάββατο, του αγίου Νικολάου, γύρω στις εννιά το βράδυ, γινόταν χαμός. Είχε ήδη γίνει και μια πρώτη επίθεση στη διμοιρία των ματάδων στο πασόκ. Αρχικά με πέτρες και άδεια μπουκάλια μπίρας. Πρέπει να ήμασταν έξω από τον Μύλο, όταν κάτι παλικάρια κατέφτασαν με τέσσερα μπιτονάκια βενζίνη. Ήταν γνωστοί του Κ. και νόμιζα ότι τους είχα πετύχει και εγώ το πρωί στη λαϊκή. Αφήσαμε τα μπουκάλια και με τη Ν. μπήκαμε στο καφενείο, μάλλον για κατούρημα αλλά και για να συνειδητοποιήσουμε κάπως τι στο διάολο είχε συμβεί.

Άναψα δυο τσιγάρα και έδωσα το ένα στη Ν. Λοιπόν, έπρεπε να βάλουμε κάτω τα πράγματα που ήδη γνωρίζαμε και να δούμε τι θα κάνουμε. Λίγο πριν τις εννιά κάποιοι μπάτσοι είχαν σταθεί κάπου στην αρχή του πεζοδρόμου, από τη μεριά της Ζωοδόχου Πηγής, και είχαν πυροβολήσει προς μια παρέα δεκαπεντάχρονων που καθόντουσαν περίπου στη συμβολή Μεσολογγίου και Τζαβέλλα. Και ένας πιτσιρικάς είχε δολοφονηθεί. Είχε ήδη έρθει ένα ασθενοφόρο και είχε πάρει τη σορό. Κάποια πιτσιρίκια από την παρέα είχαν παραμείνει στο σημείο. Ήταν σε μια κατάσταση απερίγραπτης οργής και λύπης. Ίσως οι περισσότερες να ήμασταν σε μια τέτοια κατάσταση. Η αλήθεια είναι ότι ακόμα αδυνατώ να καταλάβω σε τι κατάσταση πρέπει να βρισκόντουσαν αυτά τα πιτσιρίκια. Μου είναι ακόμα αδιανόητο. Για μένα και τη Ν. που ζήσαμε μαζί εκείνη τη νύχτα —έως το ξημέρωμα— ίσως έμοιαζε με μια σκηνή κάποιου εφιάλτη, που όμως δεν ξυπνάς για να τον ξορκίσεις, αλλά αντίθετα με λύσσα ορμάς μέσα του για να μάθεις αν αντέχεις να δεις την αυγή. Έξω είχαν αρχίσει οι πρώτες σοβαρές συγκρούσεις.

Μερικά χρόνια μετά προσπάθησα να σκεφτώ έναν λόγο που κάποιο Σάββατο βράδυ ένας αστυνομικός, υποτίθεται στην υπηρεσία του πολίτη, μπορεί να πυροβολήσει εν ώρα υπηρεσίας κατά μιας παρέας δεκαπεντάχρονων. Και μάλιστα ο συγκεκριμένος αστυνομικός να είναι πολλά χρόνια ένστολος. Υπάρχει άραγε η δικαιολογία της κακιάς στιγμής; Μπορεί να σταθεί κάποιο ανθρώπινο δράμα; Δηλαδή μπορεί κάποιος να πει: άνθρωπος είναι κι αυτός, έφτασε στα όρια του; Μήπως βρίσκοντας ένα όριο στην ανθρώπινη αντοχή αποδεχόμαστε την ανεξέλεγκτη βία, την ανεξέλεγκτη δύναμη εκείνου που μπορεί να την ασκήσει; Μήπως στη συνέχεια και εμείς φτάσαμε στα όρια μας; Όχι. Πιστεύω πια στην απεριόριστη πυγμή της βαρβαρότητας. Ο μπάτσος μπορούσε να το κάνει και το έκανε. Χωρίς αναστολές. Σαν η σφαίρα να τρύπησε τη διαφανή μεμβράνη που προστατεύει μια ευνομούμενη πολιτεία και να αποκάλυψε την κενότητά της. Κάθε μέρα συμβαίνουν γεγονότα που στοιχειοθετούν τη βαρβαρότητα και κάθε μέρα η θολούρα της φούσκας μέσα στην οποία αναπνέουμε έχει την ικανότητα να κρύβει την αλήθεια. Ώσπου συμβαίνει κάτι, ένα σκίσιμο στα ιμάτια της καθημερινότητας, και ανακαλύπτουμε την ωμότητα της εξουσίας. Και τότε ζούμε τη στιγμή στον πλήρη χρόνο της. Χωρίς περιστροφές και δίχως τον τρόμο της επιστροφής. Αυτό κάναμε τότε. Η βία μας δεν ήθελε να γεννήσει ιστορία, αλλά να αποκαλύψει τον άδικο χαμό της.

Σχεδόν το πρώτο δίωρο επικρατούσε παντού μια σύγχυση. Αλλά και μια σχετική ηρεμία. Τουλάχιστον εκεί που βρισκόμασταν εμείς. Ζωοδόχου Πηγής και Τζαβέλλα. Μαζευόταν κόσμος από όλη την Αθήνα, που φτάνοντας έφερναν και τις πληροφορίες για τις επιθέσεις στα τοπικά αστυνομικά τμήματα. Το τραγικό γεγονός είχε μαθευτεί σε όλη τη χώρα. Και σε όλη τη χώρα είχαν ξεκινήσει ταραχές. Στο Πολυτεχνείο είχε γίνει κατάληψη και ακουγόταν και ένα κάλεσμα για πορεία από την πλατεία προς το κέντρο. Με τη Ν. αποφασίσαμε να πάμε στην πλατεία να δούμε τι γίνεται. Υπήρχε απίστευτος κόσμος. Όλες συγκινημένες και γεμάτες οργή. Αμάξια δεν κυκλοφορούσαν πια. Ερχόντουσαν πληροφορίες ότι από την Αλεξάνδρας και από τη Βασιλίσσης Σοφίας κατέβαιναν πολλές κλούβες της αστυνομίας. Η αλήθεια είναι ότι εκείνες τις πρώτες ώρες υπήρχαν στην περιοχή μονάχα οι γνωστές τρεις σταθμευμένες κλούβες: πασόκ, υπουργείο πολιτισμού και ακαδημίας. Αμέτρητα μπουκάλια συγκεντρώνονταν πάνω στην πλατεία. Στον αέρα μύριζες την τσίκνα από τα σουβλατζίδικα, το λάδι από τις κρέπες και τη βενζίνη. Τη μύριζες δίπλα σου. Στα χέρια, στα ρούχα, στο πλακόστρωτο. Κοίταξα το κινητό μου. Καμιά δεκαριά κλήσεις από διάφορους φίλους, τον Β., τη Φ., τη μάνα μου. Θυμάμαι να στέλνω ένα γενικό μήνυμα σε όλες —του τύπου, κατεβείτε όλοι πλατεία— και ένα στη μάνα μου γράφοντάς της να μην ανησυχεί: ήμουνα με τη Ν. και φίλους σε προστατευμένο περιβάλλον. Της είχα πει σχεδόν την αλήθεια.

Η πορεία ξεκίνησε να κατεβαίνει τη Στουρνάρη. Μια κραυγή περίπου δυο χιλιάδων ανθρώπων φώναζε το αίμα κυλάει εκδίκηση ζητάει. Αγκαλιασμένη με τη Ν., κρατώντας στα χέρια μας δυο άδεια μπουκάλια μπίρας και κλαίγοντας, φωνάζαμε τόσο δυνατά που ακόμα και ο μαύρος ουρανός πάνω από τα κεφάλια μας ράγιζε. Ίσως να ψιχάλιζε, όμως δεν είχε καμιά σημασία. Βγήκαμε Πατησίων. Οι μπάτσοι πουθενά. Άρχισαν να ακούγονται τα πρώτα σπασίματα. Δεν θυμάμαι τώρα ακριβώς αν οι πρώτοι μπάτσοι εμφανίστηκαν από την οδό Χαλκοκονδύλη ή μας επιτέθηκαν από τη μεριά των Χαυτείων. Έριξαν κάμποσα χημικά, αλλά ο κύριος όγκος της πορείας δεν διαλύθηκε. Καμιά μας δεν ήθελε να το βάλει στα πόδια. Όχι εκείνη τη νύχτα και ούτε για μερικές ακόμη που ακολούθησαν.

Περίπου από τις δώδεκα και μετά σε κάθε στενό μιας ευρύτερης περιοχής από τη Νομική έως το Μουσείο υπήρχαν συγκρούσεις. Φωτιά, καπνός, αμέτρητες πέτρες, σπασμένα μπουκάλια και η διαπεραστική μυρωδιά της βενζίνης. Λένε ότι οι αναθυμιάσεις βενζίνης δημιουργούν μια κατάσταση μέθης στον οργανισμό. Νιώθουμε μια αδικαιολόγητη ευφορία. Ίσως αυτή να ευθύνεται για το γεγονός ότι δεν θυμάμαι να μας επηρεάζουν τα δακρυγόνα. Ίσως πάλι το βρεγμένο οδόστρωμα να μείωνε τη δραστικότητά τους. Ίσως μια στιγμιαία αλλά τόσο βιωματική συντροφικότητα να εξουδετέρωνε τον φόβο. Δεν ξέρω. Νομίζω ότι αισθανόμασταν τον φόβο αλλά με μάτια γεμάτα τόλμη. Γύρω στη μιάμιση μπήκαμε στο Πολυτεχνείο για κατούρημα. Ήταν χώρος ανεφοδιασμού. Η Ν. είχε όρεξη για αστεία. Ξέρεις, μου είπε, έτσι το Ε.Μ.Π. μοιάζει με τον Λεβέντη στην εθνική οδό. Λοιπόν το μετονομάζω σε ΣΕΑ Πατησίων: Σταθμός εξυπηρέτησης αναρχικών Εξαρχείων, Νεαπόλεως και περιχώρων. Ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια που μεμιάς εξελίχθηκαν σε κλάματα. Όλα ήταν τόσο έντονα και τόσο ψυχοτρόπα.   

Ύστερα από ένα τσιγάρο και μερικές γουλιές Μεταξά μίνι που κουβαλούσε εορταστικά η Ν., βγήκαμε ξανά στον δρόμο. Της έδωσα ένα φιλί λέγοντάς της πόσο την αγαπώ, και ακολουθήσαμε καμιά δεκαριά άτομα που έτρεχαν να επιτεθούν σε κάποιους ματάδες που στρατοπέδευαν Ζαΐμη και Τοσίτσα. Είχαμε μαζί μας μονάχα πέτρες. Παρ’ όλα αυτά η Ν. κραύγαζε αρχίδια θα σας κάψουμε όλους. Γελούσα και λαχάνιαζα. Λίγο πριν φτάσουμε στην Τοσίτσα αποδεσμεύσαμε το πολεμικό υλικό μας και ακαριαία οπισθοχωρήσαμε για να προλάβουμε την αντίδραση των μπάτσων. Προς μεγάλη μας έκπληξη δεν κουνήθηκαν. Αρκέστηκαν σε κοινότοπες βρισιές. Επιστρέφοντας στη γωνία με Στουρνάρη μάθαμε από τον Γ. ότι κυκλοφορούσε η φήμη πως τελείωσαν τα χημικά και πως ο ανεφοδιασμός τους θα αργούσε.

Θα μπορούσε να είναι μια καλή ευκαιρία για ολική επίθεση, όμως επιστρέφοντας κάτι γεροδεμένα παλικάρια είχαν αναποδογυρίσει ένα βανάκι, το οποίο είχε μετατραπεί σε απροσπέλαστο οδόφραγμα. Μας έπιασε νευρικό γέλιο. Η Κ. που η Ν. την ήξερε από το Πολιτικό είχε μια θαυμάσια ιδέα. Πρότεινε να δανειστούμε κάτι σφεντόνες από την ομάδα που είχε πια καθαρίσει τη γωνία Στουρνάρη και Πατησίων (και τώρα χόρευε τον χορό της φωτιάς) και να επιτεθούμε από θέσεις πυροβολικού. Το δίχως άλλο μια κλαουζεβιτσική πρόταση. Επίθεση με αμυντική διάταξη. Δυστυχώς η ιδέα δεν πέρασε στην εφαρμογή. Οι σφεντόνες είχαν παραδοθεί στη φωτιά αφού είχαν σπάσει. Η μάχη έμοιαζε να ολοκληρώνεται. Η ώρα πλησίαζε τεσσερισήμισι το πρωί. Τότε ένα παλικάρι γυμνό από τη μέση και πάνω και με δυο μονάχα μάτια πύρινα να διακρίνονται στο πρόσωπό του ανέβηκε πάνω στο ντελαπαρισμένο βανάκι και φώναξε προς τη μεριά των ματάδων: Μπάτσοι παραδοθείτε. Είστε περικυκλωμένοι.

Αμέσως ένιωσα ζεστά δάκρυα να κυλούν στο μάγουλό μου. Είχαν περάσει σχεδόν οκτώ ώρες ξέφρενου και βίαιου πένθους. Ο χρόνος είχε πήξει. Τα τραύματά μας ήταν διαπερατά. Οι ουλές μας ξεκάθαρες πάνω στο κρέας του κόσμου. Μπροστά σε αυτή τη νεκροψία η καρδιά μας δεν μπορούσε να παγώσει. Τα μάτια μας δεν μπορούσαν να σβήσουν τη μνήμη. Ήμασταν εκεί.

08/12/2020

Αδριάνα Μπάχαλη

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s